«Ἄφησέ με νὰ ζήσω μιὰ στιγμή, κἂν ὅσο

στὸ γαληνὸ νὰ χύσω αιθέρα και στ’ αὐτί σου

τὸ θησαυρό μου. Μὴ σκοτώσῃς ὅ,τι πρέπει

νὰ γεννηθῇ». Σ’ αὐτὰ τὰ λόγια τὸ γεράκι

τ’ ἄπονο νύχι του παράλυε, καὶ μὲ τ’ ἄλλο

ἅπλωνεν ὡσάν σπλάχνους φιλάνθρωπου χέρι

στ’ αηδόνι, που σ’ εκείνη τὴ στιγμὴν ἐσβύσθη».

Διονύσιος Σολωμός, «Τὸ ἀηδόνι καὶ τὸ γεράκι», Δ. Σολωμού, Τα ιταλικά ποιήματα. (Πρόλογος με μετάφραση Γεωργίου Καλοσγούρου), Αθήνα, Ελευθερουδάκης, 1921, 66.

Στους στίχους αυτούς του Διονύσιου Σολωμού που δεν επρόλαβε να τους μετατρέψει σ’ ό, τι σχεδίαζε, είδα ν’ αχνοφαίνεται η μορφή του Μάνου Ελευθερίου που κίνησε πριν από χρόνια δύο για το αναπόφευκτο ταξίδι. Σαν αηδόνι ανθεκτικό κι αυτός συνέχιζε, μια ζωή ολόκληρη, να γεννά στίχους σκεπτικούς της θλίψης και της χαράς, όσο τ’ ακονισμένα νύχια τής ιστορίας και των κομπάρσων της βυθίζονταν επίμονα στην τρυφερή του ύπαρξη. Φανταστήκαμε τους ανθρώπους αιώνιους και λησμονήσαμε ότι στο τέλος, πάντοτε, θα καταφθάνει ο θάνατος, για να παραλάβει τα φθαρτά σαρκία που μας ντύνουν. Κι ας τον ξορκίζουμε, επιμελώς, όσο διαρκεί η ζωή μας, στις αρένες που εκδίδεται η τελική ετυμηγορία, που θα δοθούν εφήμεροι ο πλούτος και η δόξα, ποτέ δε θα τον νικήσουμε. Αργά, ίσως, θα εννοήσουμε πως, όταν πρωτοερχόμαστε, λίγα μέτρα γης μάς παραχωρούνται, ίσα για να στήσουμε για λίγες ανάσες τη σκηνή, πάνω στην οποία θα παίξουμε εκόντες άκοντες την παράσταση του βίου μας. Κι ύστερα θα μας πάρει το τέλος τού έργου από το χέρι, για να αναλυθούμε ξανά σε μυριάδες κόκκους χώμα. Να ξαναβρούμε το σπίτι μας.

Από τούτο τον κόσμο, όμως, περνούν και κάποιοι άλλοι άνθρωποι. Διαφορετικοί. Αυτούς επιμένουμε να τους φανταζόμαστε παντοτινά παρόντες, αφού άφησαν πίσω τους τόσα ίχνη ανθεκτικά. Ένας τέτοιος άνθρωπος υπήρξε και ο Μάνος Ελευθερίου. Προσπάθησε αδιάκοπα να καταλάβει τί κρύβεται πίσω από τα λόγια και τις πράξεις των ανθρώπων, όχι μόνο των συγκαιρινών του, αλλά και των προηγούμενων που έζησαν χρόνια πολλά πριν. Όλοι καταλείπουν στο πέρασμά τους την αλήθεια τους. Κι απομένουν τα ίχνη τους φανερά ή καλά κρυμμένα, ώσπου ν’ αποκαλυφθεί η φριχτή τους γύμνια ή η σπάνια ομορφιά τους. Κι αυτά τα ίχνη συνέλεγε ο Μάνος Ελευθερίου με τον μεγεθυντικό φακό τής ψυχής και του λογισμού του. Κι είχαν αναλυθεί τα ίχνη σε μυριάδες κόκκους χώμα.

Κι έπρεπε να παλέψει, για καταλάβει τον συνανθρωπό του με τον οποίο μοιραζόταν τον ίδιο ουρανό. Δεν το έβαλε κάτω. Έσκυψε στοργικά και με υπομονή πάνω από τον αδικημένο που είδε την ζωή του να ορίζεται σαν πιόνι σ’  αλλότρια χέρια. Που χάθηκε μέσα στους στροβίλους της παγκόσμιας ιστορίας κι υπήρξε γι’ αυτόν ο κόσμος όλος τα τείχη τα στενά του απόμερου σπιτιού του. Μετάλαβε τα ξένα βάσανα και τα έκανε δικά του. Κουβάλησε στους ώμους του τα πάθη όλα του κόσμου. Πολέμησε με μόνα όπλα, την τέχνη και την ειλικρίνεια, για ν’ αποδοθεί, έστω και αργοπορημένο, το δίκιο. Αυτό τον απασχόλησε. Να γίνει ο κόσμος κάπως πιο  δίκαιος. Για όλους μας.

Κάποτε παραξενευτήκαμε που επέμενε με τόση ζέση να ιχνηλατεί τα πρόσωπα εκείνα, που απέμειναν μια ανάμνηση πια. Κι όμως, η ενασχόλησή του μ’ εκείνες τις μορφές, που η ζωή τους έσπασε τους φραγμούς της ανωνυμίας, ήταν και αυτή σημάδι της αγάπης του για εμάς τους ανθρώπους. Θέλησε να προσφέρει απλόχερα την αλήθεια και τους πόνους εκείνων των δυνατών αδύναμων, για να προστατέψει τωρινούς και μελλοντικούς αδύναμους, που το κοπάδι των πολλών είναι έτοιμο να τους κατασπαράξει, που τόλμησαν να ξεστρατίσουν απ’ τις κεντρικές λεωφόρους.

Κι όλοι, όσοι πήραμε τις παράμερες δημοσιές, βρήκαμε στους στίχους του φάρους ανέλπιστους. Εκεί συναντήσαμε τούτη την πατρίδα που επιμένει, τα αδιέξοδά μας, ξαναβρήκαμε μνήμες πικρές απ’ τους χρόνους μας τους παιδικούς. Ήρθε μπρος στα μάτια μας η παλιά βία που είτε τη μετατρέψαμε σε δύναμη ή την αφήσαμε να μας νικήσει και να μας επιστρέψει στον κόσμο αυτό από χθεσινά θύματα σημερινούς θύτες. Μάθαμε να συμπάσχουμε με τα βάσανα της Ελένης Παπαδάκη και του Βαγγέλη Γιακουμάκη. Είδαμε μες στους στίχους του να υπάρχει χώρος για εκείνους τους ανθρώπους, που το ότι υπήρξαν διαφορετικοί, εσήμανε την καταδίκη τους. Και νιώσαμε κάπως για μια στιγμή τον αγώνα του δημιουργού, για να μας ανοίξει τα μάτια και να δούμε τη γυμνή αλήθεια.

Αγωνίστηκε επίμονα ο Μάνος Ελευθερίου. Μακριά, όμως, από τις φωνασκίες και τα τερτίπια της εποχής μας. Κατέθεσε στο χαρτί την περιπέτειά του μέσα στον ελληνικό χώρο και χρόνο. Που είναι και η δική μας περιπέτεια που την ζούμε ανύποπτοι ή με το βάρος τής διαπίστωσης. Με τις λέξεις του να είναι χωσμένες μέσα στην ιστορία μιας παράξενης και ταλαιπωρημένης πατρίδας που με τον καιρό άρχισε να ξεχνάει και να πιστεύει στην τελειωτική επικράτηση της πολυπόθητης ευμάρειας. Αυτός κράτησε ζωντανά μέσα του τα παλιά, που ήδη ταξίδευαν, και βάλθηκε να μας τα δωρίσει γενναιόδωρα.

Είπε αυτά που ένιωθαν οι άνθρωποι οι απλοί του μόχθου, μα δεν είχαν τις λέξεις και την τόλμη να τα πουν. Μας σεργιάνισε στην καθημερινότητα εκείνων που έζησαν πριν από μας. Μιας Ελλάδας που ξέχναγε τους καημούς της φτώχειας με κρασί και τραγούδια πίσω απ’ τ’ αχνισμένα τζάμια του καφενέ. Αγάπησε το χρώμα του γαλάζιου και το χρυσό που επέμενε να το λέει και μαλαματένιο. Έτσι, για να ξαναβρίσκει με μια λέξη παλιακή σύμμαχο τα  χνάρια τής γιαγιάς του. Κι εμείς μαζί του των νεκρών που χάσαμε ή και που ποτέ δεν γνωρίσαμε δια ζώσης. Ένιωσε τον πόνο της μάνας που χάνει το παιδί της και του φτωχού που πολεμά να ζήσει. Έδωσε φωνή στους ερωτευμένους που κράτησαν όσα ένιωσαν κρυφά, να τους σιγοκαίνε σα σβησμένα καρβουνάκια μια ζωή, κι απ’ το ποθούμενο ζεστό σώμα τούς απέμεινε μια φωτογραφία της στιγμής.

Ο Μάνος Ελευθερίου έζησε μια γλυκόπικρη ζωή χωσμένη μέσα σε γράμματα, μουσικές, στα έργα και τα πάθη των ανθρώπων. Κι έπειτα ήρθε το τέλος. Ξέρουμε πια πως οι άνθρωποι, που φεύγουν, καταλείπουν τα ίχνη τους. Ο Μάνος Ελευθερίου μάς κληροδότησε τα τραγούδια του. Τώρα πια κυλάνε μες στις φλέβες μας αγιασμένα. Ήθελε να δούμε κι εμείς τον πόνο των άλλων. Να μην προχωράμε σ’ αυτόν τον κόσμο ξένοι που δε νοιάζονται τους άλλους ξένους. Να ρίχνουμε ένα βλέμμα σ΄ εκείνους που η ζωή τους κυνηγημένη μοιάζει να έχει χάσει το τρένο. Με τους στίχους και τα γραπτά του ζωντάνεψαν, για όσο κρατήσει ένα τραγούδι ή ένα βιβλίο, τα πάθη των αδικημένων.

Η ζωή συνεχίζει όμως αμετάκλητη, προστάζοντάς μας να ξεχνάμε. Τότε, ό, τι δεν ειναι δικός μας πόνος, κλειδώνεται στα πιθάρια της μνήμης μέχρι να μας ξαναπονέσει, όταν οι στίχοι του ποιητή μας ξαναβρούν απροσδόκητα ή γιατί τους αναζητήσαμε.  Η Ελένη Παπαδάκη δεν έχει, πια, τη φωνή που αυτός τής έδωσε κι απομένει μια προτομή ν’ ατενίζει με γερμένα μάτια τους στίχους που χάρισε αντίδωρο ο Άγγελος Σικελιανός, να χαραχτούν στο μάρμαρο που σκέπασε το δύστυχο κορμί της: Μνήσθητι Κύριε: Για την ώρα που η λεπίδα του φονιά / άστραψε, κι’ όλος ο θεός της Τραγωδίας εφάνη. Μνήσθητι Κύριε: Για την ώρα που άξαφνα, κ΄ οι εννιά / αδερφές εσκύψαν να της βάλουνε / των αιώνων το στεφάνι. Μια μακρινή ανάμνηση γίνεται κι ο Βαγγέλης Γιακουμάκης. Στερεωμένο το θλιμμένο βλέμμα του στις φωτογραφίες που κρατούν εκείνοι που τον αγαπούν και απαιτούν να μάθουν την αλήθεια. Προτού, όμως, ξαναχαθεί η μορφή του στους αγρούς του μαρτυρίου που έσβησε σπρωγμένος από τους άλλους που μπορούν και ξέρουν να μισούν και να παιδεύουν κι από κείνους που κάνουν πως δεν βλέπουν, καρφώνονται μέσα μας οι στίχοι που γράφτηκαν γι’ αυτόν και στάζουν στις καρδιές μας τον πονό τής θύμησης. Η ζωή συνεχίζεται κι όλα τ’ άδικα ξεχνιούνται. Αλλ’ αυτό ακριβώς ήταν που αντιμαχόταν ο Μάνος Ελευθερίου, η λήθη και τ’ άδικο.

Κι οι στίχοι του ξεχύνονται στα λημέρια μας, για να μας φέρουν όλους προ των ευθυνών τους. Για όσο, βέβαια, κρατήσει η δύναμή τους. Στερεωμένα πάνω τους παντοτινά  τα πάθη των ανθρώπων. Ο χώρος και ο χρόνος τους. Η φύση, ο έρωτας, η ιστορία, η πατρίδα, η δίψα για την ελευθερία, ο καημός τής ξενιτειάς, η φτώχεια, τ’ όνειρο που αλάργεψε κι ο πολύμοχθος αγώνας της ζωής αναστήθηκαν μέσα σ’ τους στίχους του, για ν’ ακούγονται πάντα. Χαμηλόφωνα αηδόνια ,που με λαβωμένα τα φτερά και το κελάηδισμά τους, αντιστέκονται στο γεράκι της ωμής πραγματικότητας. Και σαν αποσώνεται η ανάσα τους και διψάνε για να ξαποστάσουν, βουτάνε θαρρετά, για να γευτούν αρμυρή τη θάλασσα των Κυκλάδων που σαν τα πάθη μας κι αυτή ποτέ δεν εξαντλείται.  Κι έχουν στα ματωμένα τους φτερά της Σύρας τον βοριά.

Εμείς τώρα, κάθε που θα βρεχόμαστε απροστάτευτοι στις ατέλειωτες εκδρομές του βίου μας, θα σπεύδουμε να γυρέψουμε λίγη στέγη κάτω απ’ τη μαρκίζα που στερέωσαν τα λόγια του. Ίσα για να πάρουμε μιαν ανάσα. Μακριά απ’ τα ψέματα;

Ανδρέας Λαμπέτης, Κλασικός Φιλόλογος/μεταπτυχιακός φοιτητής τής Κλασικής Φιλολογίας, Universität Hamburg/Humboldt-Universität zu Berlin.

Αμβούργο, 31 Ιουλίου 2020

 

loading...