Άρθρο του Μητροπολίτη Σύρου για τον κορονοϊό: «Βίος βίου δεόμενος ουκ έστι βίος»

Ο φόβος είναι ένα καθαρά ανθρώπινο χαρακτηριστικό, ένα βασικό συναίσθημα , που προκαλείται από τη συνειδητοποίηση ενός υπαρκτού ή φανταστικού κινδύνου ή απειλής, επιδρά ανασταλτικά στη δημιουργικότητα του ανθρώπου και-το κυριώτερο-του στερεί τη λογική και την ελευθερία του, πρώτιστα δε την εσωτερική του ελευθερία.

Ο Μένανδρος, μάλιστα, υποστήριζε ότι «βίος βίου δεόμενος ουκ έστι βίος», ζωή, δηλαδή, που φοβάται τη ζωή δεν  είναι ζωή, καθώς ο φόβος στερεί τον άνθρωπο από κάθε ελπίδα και αισιοδοξία, κάθε πρωτοβουλία και αγωνιστικότητα.

Ο φόβος γεμίζει την ψυχή των ανθρώπων με άγχος, αβεβαιότητα, ανασφάλεια, ένα αίσθημα αδιαφορίας για τα φαινόμενα, τις καταστάσεις και τα γεγονότα της κοινωνικής ζωής. Είναι γεγονός ότι πρωταρχική πηγή φόβου είναι η άγνοια και η αμάθεια , αφού φοβόμαστε ό, τι δεν γνωρίζουμε…

Μέχρι να γνωρίσουμε τους φυσικούς νόμους, φοβόμασταν τα φυσικά φαινόμενα!

Μέχρι να γνωρίσουμε το αληθινό Θεό, φοβόμασταν  τους θεούς!

Μέχρι να γνωρίσουμε την μετά τον τάφο ζωή,  φοβόμασταν το θάνατο!

Μέχρι να γνωρίσουμε τον άνθρωπο, φοβόμαστε τον άλλον, τον πλησίον, τον διπλανό μας!

Μέχρι να γνωρίσουμε τον εαυτό μας, φοβόμαστε τον ίδιο μας τον εαυτό!

Και όσο φοβόμαστε, τόσο περιχαρακωνόμαστε, τόσο απομονωνόμαστε, τόσο πιο επιφυλακτικοί γινόμαστε, τόσο πιο άβουλα συμπεριφερόμαστε, τόσο πιο παθητικά ζούμε και σκεπτόμαστε.

Γι’ αυτό και η πρόοδος του πολιτισμού, που οδηγεί στην προσέγγιση της αλήθειας, μπορεί κάλλιστα να χαρακτηρισθεί και ως μια διαδικασία αποδέσμευσης από το φόβο, κατάκτησης της γνώσης και προσέγγισης της ελευθερίας,  κατά το «γνώσεσθε την αλήθειαν και η αλήθεια ελευθερώσει υμάς».

Όπως εύστοχα ειπώθηκε, κανένα πάθος δεν «ληστεύει» τη δύναμη της ενέργειας και τη λογική από το μυαλό του ανθρώπου, όσο ο φόβος.

Είναι αυτός ο φόβος, που, σαν μαύρο σύννεφο,  έχει επικαθήσει στις ψυχές όλων μας  τον τελευταίο καιρό, πότε με τη δεινή οικονομική συγκυρία και τις επιπτώσεις της, πότε με το μεταναστευτικό και πότε με τον κορωνοϊό, που στερεί από την ψυχή τη λογική, στοιχείο απαραίτητο για τη σωστή αντιμετώπιση των καταστάσεων και την ταχεία υπέρβαση των δυσκολιών.

Ο Έλληνας σήμερα φοβάται…. Φοβάται το αύριο, φοβάται για τον εαυτό του, για τα παιδιά του, για την ασφάλειά του, για την υγεία του….

Ίσως όχι άδικα, με όσα καθημερινά υφίσταται, με τον καταιγισμό των συχνά αντιφατικών και ενίοτε παραπλανητικών πληροφοριών, των ειδήσεων και των, πραγματικών ή όχι, επερχόμενων κινδύνων και δεινών, που τον αποπροσανατολίζουν και τον οδηγούν σε επιπόλαιες, αν όχι επικίνδυνες  αντιδράσεις.

Τρανό παράδειγμα αποτελεί το αναχθέν σε κύριο θέμα του δημοσίου διαλόγου από κέντρα και συστήματα, που δεν έχουν βιώσει τη διδασκαλία και την πίστη της Εκκλησίας μας, όπως τη ζει και τη βιώνει ο Έλληνας βαπτισμένος Ορθόδοξος Χριστιανός, που αγωνίζεται να συντηρήσει στην ψυχή του το χάρισμα του Βαπτίσματος με τη συμμετοχή του στη Μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας χωρίς προβληματισμούς και διλήμματα, ερώτημα, εάν ο κορωνοϊός μεταδίδεται διά της Θείας Μεταλήψεως.

Είναι τέτοιο το κλίμα, που επιχειρείται δολίως να διαμορφωθεί, ώστε ξεχνάμε τα πορίσματα 21 αιώνων, ότι, δηλαδή, ουδέποτε και ουδείς μολύνθηκε διά της Μεταλήψεως του Σώματος και του Αίματος του Κυρίου.

Διαφορετικά, δεν θα υπήρχαν Χριστιανοί επί γης, θα είχαν ήδη εξαφανισθεί πολύ νωρίς από τα-πολύ σοβαρώτερα- λοιμώδη νοσήματα, που έπληξαν κατά καιρούς την ανθρωπότητα, δεν θα υπήρχαν, επίσης,  διάκονοι και ιερείς, οι οποίοι καταλύουν το εναπομείναν της Θείας Κοινωνίας με το ίδιο «κουτάλι», που ονομάζεται λαβίδα και όχι «κουταλάκι», με το οποίο κοινώνησαν πιστοί κάθε ηλικίας, χωρίς προηγουμένως να τους   ζητηθεί  Πιστοποιητικό  Υγείας!

Και έτσι, αντί να επικεντρωθεί η προσοχή των ανθρώπων στα μέτρα προφύλαξης και διαφύλαξης της υγείας τους, η δημόσια συζήτηση έχει εγκλωβιστεί σε ένα ανύπαρκτο θέμα, το οποίο κατέληξε να αποτελεί αντικείμενο επιστημονικής, κοινωνικής, ακόμα και πολιτικής αντιπαράθεσης, ως μη όφειλε!

Ουδείς υποχρεούται να εκκλησιασθεί και να κοινωνήσει!

Η Εκκλησία τηρεί απαρεγκλίτως το «όστις θέλει» και το «υμείς επ’ ελευθερία εκλήθητε», χωρίς κανένα να καταναγκάζει, να  αποστρέφεται ή να αποδιώχνει.

Η Εκκλησία μας είναι μια αγκαλιά, που όλους τους χωρά, αποδίδοντας μέγιστη τιμή και σεβασμό στην ελευθερία του ανθρωπίνου προσώπου, χωρίς να το χρησιμοποιεί ή να το εκμεταλλεύεται, όπως άλλα συστήματα πράττουν.

Γιατί η Εκκλησία δεν είναι εξουσία, αλλά διακονία αγάπης και προσφοράς, είναι Μητέρα όλων, που θυσιαστικά και με ανύστακτη μέριμνα φροντίζει για τις πνευματικές και τις καθημερινές υλικές ανάγκες τους.

Έτσι, αποδέχεται και αγαπά όλους ανεξαιρέτως,  είτε παρακολουθούν τη Θεία Λειτουργία εντός του Ναού κατά την τέλεσή της, είτε  από την Τηλεόραση, στο σπίτι τους, όταν το επιβάλλουν λόγοι αντικειμενικοί, όπως στις παρούσες περιστάσεις, οι οποίοι περιλαμβάνονται στις ευπαθείς ομάδες του πληθυσμού για την προστασία της υγείας τους,  είτε πιστεύουν βιωματικά, είτε έχουν τις ανθρώπινες αμφιβολίες τους.

Σ’ αυτές τις κρίσιμες περιστάσεις, που βιώνουμε, η Εκκλησία μας στέκεται στο πλευρό της Πολιτείας, όπως αποδεικνύουν και τα συνεχή Εγκύκλια Σημειώματα  της Ιεράς Συνόδου, στο πλαίσιο της Εθνικής προσπάθειας αποτροπής της εξάπλωσης του κορωνοϊού και συντάσσεται πλήρως με τις αποφάσεις των αρμοδίων και υπεύθυνων Κρατικών φορέων, σχετικά με τη λήψη των αναγκαίων μέτρων για την προστασία της δημόσιας υγείας.

Και φυσικά, συνιστά τα αυτονόητα, την τήρηση κανόνων υγιεινής, τον περιορισμό των μετακινήσεων και την παραμονή στο σπίτι όσων κυρίως ανήκουν σε ευπαθείς ομάδες του πληθυσμού, χωρίς περιττούς ηρωισμούς και άσκοπες «επιδείξεις πίστεως»!

Στα φαινόμενα πανικού, κοινωνικού ρατσισμού,  απομονωτισμού και φοβικότητας, που απειλούν τη συνοχή  του κοινωνικού ιστού και την ανθρωπιά,  η Εκκλησία προβάλλει και προτείνει τη συλλογικότητα, την ατομική και κοινωνική υπευθυνότητα, τη σύνεση και την αγάπη!

Οι Χριστιανοί δεν έχουμε και δεν πρέπει να έχουμε, φοβίες, αγωνίες και  διλήμματα!

Αυτές τις δύσκολες ώρες, χρειαζόμαστε, περισσότερο από ποτέ την καταλυτική δύναμη της πίστεως, που θα μας κρατήσει ζωντανούς και θα στρέψει τον νου και την καρδιά μας στο Θεό, ο Οποίος πάντοτε μας απλώνει το χέρι Του, για να πιαστούμε, όπως τότε ο καταβυθιζόμενος στη θάλασσα της Γαλιλαίας Πέτρος, και μας διαβεβαιώνει: «θαρσείτε, εγώ ειμί, μη φοβείσθε»!  

  O  ΣΥΡΟΥ ΔΩΡΟΘΕΟΣ Β΄

 (ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ «ΕΣΤΙΑ», ΣΑΒΒΑΤΟ, 14.03.2020)