Ο Άγγελος Βαρθαλίτης εξομολογείται τη δική του πορεία στο el.ozonweb.com/

Κι αν έστω ονομάζεται έτσι, τότε θα το αποκαλέσω κι εγώ έτσι. Όνειρο λοιπόν!
Είναι αυτό που μου συμβαίνει, τα βράδια κυρίως, ακούγoντας μόνο μουσική στον καναπέ.

Μισόκλειστα μάτια, σβηστή η οθόνη του κινητού, κι εγώ να παρατηρώ τις σκέψεις μου.
Μόλις αυτές κοπάζουν, τότε ξεκινά μια σιωπηλή περιήγηση μέσα μου.
Μια περιήγηση που, ενδεχομένως, απώτερο σκοπό έχει το να με φέρει σε αυτήν τη σιωπή.

Προσπάθησα πολύ να μάθω τον σκοπό, μα ακόμη δεν τον ξέρω. Μένω βουβός παρατηρώντας τη.
Με μαγεύει αυτή η σιωπή.

Ξέρεις, καμιά φορά, είναι ζωτικής σημασίας ο χρόνος μου μαζί της.
Η σιωπή είναι μια ωραία αφορμή να ανάψουν κεριά, να μπουν αρώματα στον χώρο μου,
κι όσο ακούω τις μουσικές με τα μάτια μου μισόκλειστα, εστιάζω καλύτερα στις αισθήσεις μου.
Σε αυτήν την κατάσταση, κάνω απογραφές μέσα μου, βλέπω το σήμερα και θέτω στόχους για όλα όσα αισθάνομαι.

Ακόμη και το αρωματικό αποκτά μιαν άλλη υπόσταση, απλά παρατηρώντας το.
Μου αρέσει που η σιωπή έχει τη δύναμη να στρεβλώσει τον χώρο. Η μυρωδιά έτσι αποκτά ύλη.
Ακόμη και το κερί ανάβει μέσα μου πυρκαγιά, απλά παρατηρώντας τη φλόγα του να τρεμοπαίζει πίσω απ’ τα μισόκλειστά μου μάτια.
Μου αρέσει που η σιωπή έχει τη δύναμη να με φτάσει όπου θέλω. Αρκεί που βρίσκω χρόνο μες στη μέρα, να σωπάσω.

Η σιωπή λοιπόν, για εμένα, αποτελεί δώρο, να μπορώ να κατεβαίνω απαλά μέσα μου. Έτσι ξεδιαλέγω επιθυμίες, κοιτώ πού βρίσκομαι σήμερα, γιατί έχω αυτές τις επιθυμίες, και δίνω υπόσταση σε αυτές. Είτε τις γράφω, κι αν μου λείπουνε οι λέξεις, απλά τις σχεδιάζω. Όταν λοιπόν μου συμβαίνει αυτό, το χαρτί για εμένα αποτελεί χάρτη, για έναν επόμενο προορισμό.

Βέβαια, μετά τη μαγεία που μπορώ να βιώσω εκτός χρόνου, τα σιωπηλά βράδια, τα πρωινά δεν είναι το ίδιο. Παραμιλά η λογική! Πολλές φορές με σέρνει, άλλοτε με τσαλαπατά, κι άλλες τη φρενάρω. Βέβαια, ό,τι κι αν μου πει, όλα φαντάζουν για σωστά. Έχει πλάκα όμως, επειδή την ίδια λογική αμφισβητώ τα βράδια μου, ξεδιαλέγω ψέματα που μου ‘πε μες στη μέρα, προκειμένου να κάνω ακριβώς αυτό που βολεύει. Είναι η ίδια λογική που με βάζει σε μια λαμπρή και άκρως βαρετή ρουτίνα. Μόλις καταλάβω τι συμβαίνει, απλά φτιάχνω πλάνο να αποδράσω. Όχι από εκείνη. Αλλά από εμένα.

Η παρατήρηση του ίδιου μου του εαυτού, η αμφιταλάντευση ανάμεσα στο χθες και το αύριο, στη μελαγχολία, για τις μέρες που πέρασαν, και το άγχος για το άγνωστο των επόμενων ημερών, είναι η παγίδα. Είναι μια παγίδα που εγώ ο ίδιος μου βάζω. Κι όταν ηρεμεί για λίγο όλο αυτό το παιχνίδι που παίζει ο χρόνος μέσα μου, κι όταν αφοσιώνομαι σε ό,τι έχω «τώρα», εκεί γεννιούνται τα πιο ωραία μου όνειρα. Εκεί ξεκίνησε και αυτό το όνειρο. Ενώ ήμουν στη Σύρο, στοχεύοντας, προ των τριάντα, να κάνω το δεύτερό μου κομμωτήριο.

Συνήθως, όμως, τα όνειρα δεν έχουν να κάνουν με υλικά αγαθά. Τα όνειρα δε σχετίζονται τόσο με τα νούμερα. Είναι όμως και η ύλη και ο χρόνος μια καλή αφορμή για να πας προς αυτά. Δεν ξεχνώ, ωστόσο, πως για μένα το όνειρο είναι αέρας. Όνειρο για μένα, είναι ο ίδιος αέρας που αναπνέω, απόγευμα με ηλιοβασίλεμα σε μιαν ωραία παραλία. Και να μην έχω να κάνω τίποτα μετά. Απλά είναι μονόδρομος να απολαύσω τον αέρα, να εισπνεύσω βαθιά το πορτοκαλί του ουρανού, όταν ξέρω πως τελικά εκείνη τη στιγμή είναι το μόνο που έχω.

Έτσι λοιπόν, είδα πως αν κάτι με κράταγε μακριά από αυτήν την ονειρική αίσθηση, ήταν η σιγουριά. Ήταν το βόλεμα, υπηρετώντας το με τάξη, νομίζοντας ότι θα φτιάξω το αύριο. Ένα αύριο που ουσιαστικά ποτέ δε φτάνει. Ωστόσο, παρατηρώντας γύρω μου, έβλεπα διαρκώς ηλικιωμένους να πεθαίνουν, επιθυμώντας ένα αύριο, που ποτέ δεν ήρθε, και νέους να προετοιμάζονται για τον ίδιο ακριβώς θάνατο. Χαμένα τα σήμερα. Κι όμως, όλα στη σειρά. Εκεί αναρωτιόμουν αν τελικά αυτοί οι άνθρωποι πέθαιναν αργά, προσδοκώντας κάτι ουτοπικό. Θέλοντας μια βολή. Βέβαια, όλα τριγύρω μου μιλούσαν αλλιώς. Οι εποχές, τα δέντρα, η θάλασσα. Όλα, όλο αλλάζουν. Το όνειρο, λοιπόν, έρχεται σαν αεράκι, να σου ρίξει τα παλιά τα φύλλα, για να βγάλεις νέα. Δεν αξίζει να περιμένεις τίποτα. Αρκεί να πορευτείς, προς ό,τι σε κάνει να αισθάνεσαι ολόκληρος, σήμερα.

Στην προκειμένη, το δικό μου όνειρο, ήταν να αποτυπώσω το συναίσθημα αυτής της ομορφιάς. Άλλαξα πόλη, άλλαξα σπίτι, άλλαξα τον δρόμο που πάω στη δουλειά. Για να αλλάξουν όμως αυτά, ήξερα πως πρέπει να συμβιβαστώ, όπως τα δέντρα με το χώμα, σε μυστική συμφωνία, αποχωρίζονται τα ξερά τους φύλλα. Ήταν όμως μέρος της αλλαγής κι αυτό. Εξάλλου, παρατηρώντας το επάγγελμα που ασκώ, είναι αλληλένδετο κι αυτό με την «ομορφιά» και την «αλλαγή». Το κομμωτήριό μου λοιπόν, εκ πρώτης το ζωγράφισα. Δισδιάστατες όψεις και κατόψεις. Έκλεινα τα μάτια και ζωγράφιζα. Χωρίς καν να χω βρει τον χώρο. Ήξερα μέσα μου πως θα με βρει αυτός. Εγώ έπρεπε απλά να κάνω το βήμα, κι απλά να προχωρήσω, στην επόμενη μα άγνωστη σελίδα της ζωής μου. Τελικά ο χώρος μού μίλησε, απ’ την πρώτη-πρώτη μέρα που ήρθα στην Αθήνα, ενώ έπινα το ποτό μου σε ένα τζαζ μπάρ. Ωστόσο δεν τον άκουσα. Είχα το μυαλό μου αλλού. Μετά από ένα μήνα αναζήτησης, μια μεσίτρια με ξανάφερε δίπλα στο μπαρ, να δω επιτέλους τι έχει να πει αυτός ο χώρος.

Μιλάμε για έναν παλιό συνοικιακό φούρνο. Όλα στημένα μέσα, λες και κάποιος τον εγκατέλειψε και έφυγε στα βιαστικά. Όταν μπήκα, μύριζε εγκατάλειψη. Ένα χάος από παλιά μηχανήματα και ράφια. Το πρώτο μου όμως βήμα μέσα του ήταν αρκετό, να αισθανθώ ότι εδώ μέσα μπορώ να φαντάζομαι. Ήταν αρκετή η πρώτη μου επίσκεψη για να προβώ σε συμφωνητικά, και όλα αυτά τα διαδικαστικά, τα οποία όσο κι αν τα βαριέμαι, ήταν απαραίτητο να γίνουν. Και γίναν. Ένα αναπόφευκτο βήμα, για να με πάει ακόμη πιο κοντά στη φαντασία.

Μόλις τελείωσαν αυτά, ήμουν αντιμέτωπος με τη μεγαλύτερή μου πρόκληση. Η πρόκληση έλεγε ότι από σήμερα, οι δύο διαστάσεις του τετραδίου μου πρέπει να γίνουν τρεις. Δεν ήξερα αν ήταν εύκολο γιατί δεν το είχα ξανακάνει. Ωστόσο, τον χώρο, τον αντιλαμβανόμουν σαν ρούχο, που κάτι με καλούσε να το ράψω για να το φορέσω. Θα με περιέβαλε και θα αποτύπωνα μέσα του όλο μου το είναι. Ήταν ο χώρος αυτός που θα ζέσταινε τις μέρες μου. Ήξερα πως, μέσα εδώ, θα μπορώ με τα μάτια κλειστά να αισθάνομαι αυτήν τη γαλήνη που αφήνει το πορτοκαλί του ήλιου, όταν σβήνει. Κι ας μην είμαι εκεί να το δω!

Δε με δυσκόλεψε στιγμή η κατανομή του χώρου, αλλα ούτε τα χρώματα και τα υλικά που ήθελα να βάλω μέσα του. Είναι λες και μια φωνή μέσα μου μιλούσε και απλώς την άφηνα να βγει. Εν αρχή αισθάνθηκα σύγχυση, για να το πώς θα αδειάσει όλο αυτό. Είχε παρατημένα μηχανήματα, από όταν πρωτοάνοιξε ο χώρος σαν φούρνος. Μετά, απλώς, προσπέρασα τη σύγχυση και έψαχνα με κάθε τρόπο και μέσο, τι χρειάζεται, απλά για να αδειάσει ο χώρος. Και τότε άδειασε. Η επιθυμία μου επισκίαζε κάθε πιθανή αμφιβολία για το αν θα πετύχω αυτό που θέλω. Ωστόσο, οι δυσκολίες δεν ήρθαν σε δημιουργικό επίπεδο. Αλλά σε επικοινωνιακό. Ο χρόνος μάκραινε και οι μέρες βάραιναν, όταν ήρθα αντιμέτωπος με τα πρώτα συνεργεία. Αισθανόμουν λες και, με πάθος, ήθελε κάποιος να πάρει στα χέρια του και να ξεσκίσει αυτό που για καιρό διαφύλαξα και αποτύπωσα σ’ αυτό το τετράδιό μου. Ήμουν όμως με μεγαλύτερο πάθος απόλυτος και πιστός στo όνειρό μου αυτό, και δε θα άφηνα κανέναν να λερώσει τις σελίδες μου. Είχα πειστεί πως δε θα ξεπουλούσα φθηνά το τετράδιο μου. Ήθελα να γίνουν όλα όπως τα ‘χω ονειρευτεί.

Και μιας και λέω για όσα συνέβησαν λίγο πιο πριν, νομίζω πως ξεχνάω. Είναι τόσο πρόσφατο, αλλά επιλέγω να μη θυμάμαι το δύσκολο κομμάτι του. Το μόνο που κράτησα για να θυμάμαι είναι πως, στη χώρα μου, κατάφερα να ονειρεύομαι, απλά εστιάζοντας σ’ εμένα και στο όνειρο μου. Λίγοι ήταν αυτοί που έλαμψαν μαζί μου, μέσα σε αυτό. Ελάχιστοι ένιωσαν αυτό που ζωγράφισα. Αισθάνομαι τόσο ευτυχής που επιβεβαιώθηκα για τους αυθεντικούς ανθρώπους γύρω μου. Είχα πέσει τόσο μέσα! Άλλοι βέβαια με έκριναν παθητικά στον καφέ τους, προσδοκώντας ο λόγος τους να χυθεί σαν νερό και να θολώσει τις ζωγραφιές μου. Ίσως, τελικά, το όνειρο αυτό ήρθε να μου δείξει τα πραγματικά πρόσωπα ανθρώπων. Στην ανάγκη μου να πάω παρακάτω, δε στάθηκα στο να αλλάξω κανέναν, ούτε να πείσω κανέναν για το τι είμαι. Ο χρόνος μού άφησε ένα χάρισμα, το να πάψω να θυμάμαι. Προσπαθώ, αλλα δεν τους θυμάμαι… ίσως επειδή το νερό τους δεν κατάφερε να θόλωσει τις ζωγραφιές μου και εγώ έβρισκα χρώματα και σχήματα για να ζωγραφίζω και να γράφω κι άλλο… κι άλλο… κι άλλο…

Πλέον, τώρα που έφτασα σε αυτόν τον χώρο, πλέον που είμαι μέσα του, ανάμεσα στα φυτά του, κατάλαβα ότι το όνειρο δεν ήταν απλά να σηκώσω τις σελίδες και να υπάρχω μέσα τους. Το όνειρο ήταν άλλο. Το όνειρο είναι ζωή. Είναι υγεία, ευγνωμοσύνη και δημιουργία. Είναι τα δώρα που μου άφησε η διαδρομή όλη, προς το όνειρο. Μια διαδρομή που δε θα άλλαζα με τίποτα. Εύχομαι από καρδιάς, να μη σταματά κανείς να αισθάνεται ευγνώμων για το καθετί μικρό που ζει σήμερα. Να απολαμβάνει τη διαδρομή, χωρίς να ξεχνά ότι ακόμη και οι δυσκολότερες περίοδοι της ζωής είναι μια φάση, που θα κάνει τον κύκλο της και θα περάσει. Τέλος, αν κάτι εγώ μπορώ να δω σαν όνειρο, είναι κάτι μέσα από εμάς, και όχι κάτι έξω από εμάς. Ονειρικό, λοιπόν, είναι να πηγαίνουμε προς όποια κατεύθυνση ονειρευόμαστε, και να γινόμαστε αυτό το οποίο ονειρευόμαστε, όσο πιο συνειδητά.

Το όνειρο του Άγγελου αποκαλείται Vang Hair Salon και βρίσκεται στην οδό Δεινοκράτους 6, στο Κολωνάκι.
@vanghair

Φωτογραφίες: Ναταλία Μαραγκού

loading...