Ήλθε η ώρα για την αλλαγή παραδείγματος στα δημοτικά μας δρώμενα

0

Ο πρόσφατος εορτασμός της εορτής των Θεοφανείων στο λυκαυγές της φετινής χρονιάς, με την ταυτόχρονη παρουσία του Πολιτειακού άρχοντα, (Προκόπη Παυλόπουλου) με τον Προκαθήμενο της Ελλαδικής Εκκλησίας και η τηλεοπτική της αναμετάδοση και η αναπαραγωγή τους από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και τα κοινωνικά δίκτυα, ξανάφεραν στην επιφάνεια, σαν κάποια πλάνα αρχείου, τις πτυχές της λάμψης αι της ακτινοβολίας που γνώρισε η Σύρα, κάποιες στιγμές του μακρινού παρελθόντος της, τότε που ήταν η «η ονομαστοτάτη των πόλεων» της αναγεννηθείσας Ελλάδος.

Αυτή, η λαμπρή συγκυρία, μας γύρισε πίσω σε μνήμες νοσταλγικές, της αριστοκρατικής Ερμούπολης που το έπος της συνθέτει «με το ήθος του Μάντσεστερ και το σφρίγος του Αιγαίου», στα πρώτα χρόνια του νεώτερου Ελληνισμού τότε, που οι ναυτιλιακοί χάρτες των Ευρωπαίων δεν αποτύπωναν, το Ελληνικού κράτους στην καρδιά της Μεσογείου, αλλά μόνο την Σύρα, όπως έλεγε ευφυολογώντας, ο τελευταίος των Μοϊκανών της ανεπανάληπτης εκείνης κοινωνίας, ο Δημήτριος Κρίνος, ισόβιος μέτοχος του πνεύματος εκείνου του πολιτισμό, που εκπροσωπούσε η χαμένη εκείνη τάξη.

Διακόσια περίπου μετά, η νεοκλασική Πολιτεία, φόρεσε λοιπόν ξανά, σαν τα αρχαία της στολίδια της, «τα παλαιά επιτεύγματα που εξακολουθούν να λαμποκοπούν στα μαρμαρά τους την σημερινή τους αλήθεια και μέσα από την ακτινοβολία της, απέδειξε ότι ο τόπος έχει δυνατότητες, ακόμα και σήμερα, αξιοποιώντας, το νέο πλαίσιο ανάπτυξης, τις καινούριες τεχνολογίες την κοινωνία της πληροφορίας, να ξαναγίνει, «κέντρο».

Αρκεί να υπάρχουν άνθρωποι και ηγεσίες χαρισματικές που να πασχίζουν γιαυτό και να χουν σταθερό πιστεύω στις διαχρονικές αξίες της Πόλης, που με το κύρος του αλλά την ενοραματική σύλληψη των πραγμάτων έχουν πολλές φορές, καταστήσει την Ερμούπολη και την «Δόξα» της σημείο αναφοράς. Θυμίζω την επίσκεψη Χριστόδουλου, στις αρχές του καινούριου αιώνα και αντιπροσωπείας του Βατικανού με την ευκαιρία της μετακομιδής των οστών του Αγ.Νικολάου, γεγονός που όχι μόνο λάμπρυνε το τοπικό προσκήνιο, αλλά φώτισε οικουμενικά το πνεύμα καταλλαγής, που βασιλεύει σε αυτό τον ειρηνικό βράχο, ανάμεσα στα δύο δόγματα, συνθήκη που μπορεί κάποτε, να αναδειχτεί σε αγιασμένο Δισκοπότηρο της ενότητας ολόκληρης της Χριστιανοσύνης.

Το συμπέρασμα είναι επίσημο και διδακτικό : Όταν υπάρχουν ονειροπόλοι οι κοινωνίες χαράζουν δρόμο, και αντικρίζουν με αισιοδοξία το μέλλον, χωρίς προγονοπληξία, χωρίς να τρέφονται από δάφνες του παρελθόντος, αλλά να μετουσιώνουν την παράδοση, σε δημιουργικό έργο για το αύριο.

Δυστυχώς, όμως οι πρωτοβουλίες είναι ελάχιστες. Η μιζέρια, ο επαρχιωτισμός, οι χαμηλοί τόνοι, το χαμένο ηθικό, κυριαρχούν και ελλοχεύουν κάποτε μάλιστα περιβάλλονται με την ψευδαίσθηση της ψυχρής οξυδέρκειας και του κυνικού ρεαλισμού, όταν αντιλαμβάνονται καινούριες δυνάμεις και φρέσκες ιδέες, απειλούν να ξυπνήσουν την ναρκωμένη Πολιτεία και να τους αφαιρέσουν την δανεική ηγεμονία.

Ας μην πάμε μακριά. Ποιος μπορεί να λησμονήσει, πως το πρώτο μέλημα της δημοτικής αρχής, που αποχωρεί, όταν ανέλαβε τα καθήκοντά της, ήταν να ακυρώσει την εμπνευσμένη πρωτοβουλία για την ανάληψη της διοργάνωσης «της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης» του 2021, που είχε εμπνευστεί μια ομάδα νέων ανθρώπων, με πολιτιστική γνώση και αυτογνωσία, με δημιουργική φαντασία και μεράκι και αποτελούσε μια χειρολαβή ελπίδας για να ανοίξει το νησί ένα παράθυρο στο μέλλον.

Μια πρωτοβουλία, που είχε αποφασιστεί τελεσίδικα, με απόλυτη ομοφωνία και με τεκμηριωμένες εισηγήσεις, από το προηγούμενο δημοτικό Συμβούλιο και ανατράπηκε εν μια νυχτί, σε μια επίδειξη πυγμής ισχύος και κυνισμού από την σημερινή δημοτική αρχή, που φυλλορροεί και φεύγει, αφήνοντας πίσω της, αρνητική παρακαταθήκη ,την ματαίωση μιας, ενωτικής προσπάθειας της, που θα συσπείρωνε τις πιο γνήσιες δυνάμεις της Σύρας, θα τόνωνε το πολιτιστικό προφίλ και την τοπική οικονομία μακροπρόθεσμα.

Θα υποχρέωνε δε την κρατική Διοίκηση, να δώσει άμεσες λύσεις λόγω της χρονικής πίεσης, που θα απαιτούσαν οι υποδομές της πολιτιστικής πρωτεύουσας, σε μια σειρά μεγάλων έργων ,που καρκινοβατούν, όπως η αξιοποίηση του Στρατοπέδου, η Αεροπορική διασύνδεση, οι λιμενικές υποδομές.

Το 2014, αποχαιρετώντας τα δημοτικά έδρανα, πίστευα και γω πως η ανάληψη του θεσμού απ΄την πόλη, που είναι συνομίλικη της νέας Ελλάδας ήταν δεδομένη. Είχε όλα τα εχέγγυα και τις προϋποθέσεις να κάνει το άλμα «πάνω από την φθορά».

Το 2021, που Ελλάδα θα γιορτάζει τα διακόσια χρόνια από την κήρυξη της Ανεξαρτησίας της , η Σύρα, άξιζε από κάθε πλευρά να αναλάβει την διοργάνωση του θεσμού. Ποιος θα το δικαιούνταν αν δεν το δικαιούνταν ένα νησί με πανάρχαιη ιστορία,που υπήρξε, πατρίδα του Ομηρικού Εύμαιου και του φιλόσοφου Φερεκύδη, μήτρα του πρώτου πολιτισμού,που γέννησε η ανθρωπότητα ,του Πρωτοκυκλαδικού και μετά από την σιωπή των σκοτεινών αιώνων, επέστρεψε στην επιφάνεια της ιστορίας, με τον μεσαιωνικό οικισμό της Απάνω Χώρας. Ένα νησί που χάρη στην Γαλλική προστασία , αποτέλεσε το απάνεμο λιμάνι, όπου η καθημάς Ανατολή προϋπαντούσε την Ευρωπαϊκή Δύση. Μια πόλη που γεννήθηκε από σεισμό των πολεμικών γεγονότων που συγκλόνισαν το Αιγαίο, δύο αιώνες πριν κι ανάγκασαν τον ευρωπαϊκό ρομαντισμό να αναβαπτιστεί στις αρχαίες του κοιτίδες, ήταν απόλυτα φυσικό να επιδιώκει την ανανέωση αυτού του «ραντεβού με την ιστορία» σε πιο σύγχρονες συνθήκες.

Δεν επρόκειτο, ούτε, περί τοπικού σοβινισμού, ούτε περί μεγαλοϊδεατισμού. Ήταν το αυτονόητο.Δεν το αποφάσισε , σε επίδειξη μικρομεγαλισμού και τοπικίστικης μεγαλοπραγματοσύνης, ένα δημοτικό συμβούλιο. Το επιβεβαίωναν όλοι: Ιστορικοί, άνθρωποι των τεχνών και των γραμμάτων, χαιρέτησαν την ευτυχισμένη εκείνη συγκυρία, που ξεπήδησε μέσα από ευλαβικό όνειρο μιας «ψαγμένης» στα πολιτιστικά δρώμενα, νεανικής ομάδας που αποτελούσε δύναμη πολιτιστικής αναγέννησης και είχε τα κότσια να το πετύχει.

Όπως πρόσφατα είχαν διακηρύξει Πανεπιστημιακοί καθηγητές: «Η Ερμούπολη είναι ένα λαμπρό μνημείο της Ελληνικής ιστορίας, μια σπάνια περίπτωση αρχιτεκτονικής κληρονομιάς και ένα ευρωπαϊκής εμβέλειας πρότυπο οικονομικής ανάπτυξης, στηριγμένης στην εργασία και την ευρηματικότητα των προσφύγων –πρώτων οικιστών της. Η Ερμούπολη δεν είναι ένας τυπικός νησιωτικός οικισμός. Δεν εκφράζει μόνον το δυναμισμό του νησιού της Σύρου που στην αγκαλιά του έχει ριζώσει, αλλά εκφράζει τον δυναμισμό ολόκληρου του ελληνικού έθνους. Από τα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης και για έναν ολόκληρο σχεδόν αιώνα, λειτούργησε ως άτυπη οικονομική και πολιτιστική πρωτεύουσα ολόκληρου του Ελληνισμού». Το έπος της γένεσης της πόλης αυτής στην καρδιά του Αιγαίου, δηλ. το πώς η άσημη εμπορική σκάλα,στον ξεχασμένο για αιώνες Συριανό γιαλό, στα πόδια του μεσαιωνικού Κάστρου, που θύμιζε χαλκογραφία της βίβλου, μεταμορφώθηκε σε ελάχιστο χρόνο σε διεθνές εμπορικό και ναυτιλιακό κέντρο ,σε πόρτα του νεογέννητου κρατιδίου σε αποθήκη της Μεσογείου και αποβάθρα της Ανατολής, δεν ανήκει, απλά στην αρμοδιότητα της ιστορικής έρευνας. Αποτελεί και ανεκτίμητο πολιτιστικό κεφάλαιο για το μέλλον αυτής πόλης.

Στα μέσα του 19ου αιώνα η Ερμούπολη δεν ήταν απλά οικονομικά κέντρα πρώτου μεγέθους αλλά και πολιτιστικές εστίες ευρωπαϊκού μεγέθους. Κόμβος του περίφημου Χιώτικου δικτύου με πόλεις, όπως η Κωνσταντινούπολη, η Σμύρνη, η Αλεξάνδρεια, το Λιβόρνο, η Μασσαλία, το Λονδίνο, από πολυπληθέστερη ελληνική πόλη από 1822 εώς το 1880, έμοιαζε συγκρινόμενη με την τότε πρωτεύουσα Αθήνα, πιο όμορφη, πιο εύρωστη, πιο μοντέρνα πιο πλούσια. Τούτο εξηγείται ευκόλως, μας αφηγείται ο Δημήτριος Βικέλας, δια στόματος, του μυθιστορηματικού ήρωα του Φίλιππου Μάρθα: «Οι συνοικισταί της Ερμουπόλεως, εκριζωθέντες των εστιών από τον ανεμοστρόβιλον της Επαναστάσεως και μεταφερθέντες επί νέου εδάφους… ανήκαν εις τα εμπορικάς τάξεις, πολλοί εξ αυτών επεσκέφθησαν οι ίδιοι τα ξένα ή είχαν συγγενείς εκεί αποκατασταθέντας, ώστε δεν άργησαν να συγκεντρώσουν εις την νήσον εκείνην το εμπόριον της Ελλάδος και να αποκαταστήσουν κράτους και της λοιπής Ευρώπης”.Η Ερμούπολη ,λοιπόν από τα πρώτα βήματά της, στην ιστορία, μπήκε στην δίνη του εξευρωπαϊσμού. Ο “πολύς” Βικέλας, για τον οποίο ο Β. Βασιλικός γράφει πως αν δεν ήταν Συριανός δεν θα διεξαγόνταν οι πρώτοι Ολυμπιακοί αγώνες στην Ελλάδα, εμφανίζει γλαφυρά, ήδη από το 1870, την Ερμούπολη του προχωρημένου φυλακίου στην ένωση της Ελλάδας με τη «λοιπή Ευρώπη» – ας υπογραμμιστεί η φράση, ωστόσο δεν καινοτομεί ο Βικέλας, θεωρώντας πως από τότε η Ερμούπολη ήταν εν δυνάμει ευρωπαϊκη πόλη. Γιατί εκείνος όπως οι Συριανοί της εποχής , είχε εμπιστοσύνη στο μέλλον τους, όπως είχε εμπιστοσύνη στο μέλλον της Ελλάδος. Δεν τον φόβιζε η αλλαγή, την προσδοκούσε, την επεδίωκε ποικιλοτρόπως και γι’ αυτό ήξερε και να την παρατηρεί ως είχε αλλά ήξερε και να την περιμένει. Η εμπιστοσύνη στο μέλλον, η αφοσιωμένη εργασία για να ανοίξει δρόμος στο μέλλον, αποτελεί ένα από τα πιο ισχυρά γνωρίσματα των Συριανών του παλιού καιρού.

Αντίθετα με την αποχωρούσα σήμερα δημοτική αρχή, που είχε χαμηλές προσδοκίες , αντίληψη στασιμότητας και ωχαδελφισμού, και σίγουρα χαμηλή αυτοεκτίμηση και εμπιστοσύνη στις δυνάμεις της, που την κάλυπτε με την κορτιζόνη του επικοινωνιακού ναρκισσισμού και του λαϊκισμού για όλη την γκρίζα πενταετία, που βιώσαμε τα έργα και τις ημέρες της.

Δυστυχώς, όμως η μεγάλη ευκαιρία αυτή χάθηκε για τον τόπο εξαιτίας της ατολμίας και της στενοκεφαλιάς μιας αυτάρεσκης και αλαζονικής «δημοτικής παράταξης», που συγκυριακά κατέλαβε τα δημοτικά έδρανα, έχοντας ως σημαία, όχι τις ιδέες και το πρόγραμμα της, αλλά την αποδοκιμασία των προκατόχων τους.

Και ας μην οχυρώνονται πίσω από την έλλειψη πόρων και ας μην μετέρχονται ως άλλοθι τα στενά οικονομικά του Δήμου. Όπως αποδείχτηκε « λεφτά υπήρχαν» , θέληση δεν υπήρξε. Τέλος πάντων … Είναι και αυτή μια « στάσις», όπως θα παρατηρούσε και ο Καβάφης. «Νιώθεται» Έχει τις εξηγήσεις της.

Γίνεται εύκολα αντιληπτό – είναι ηλίου φαεινότερο- ότι η πολιτιστική Πρωτεύουσα, ματαιώθηκε για να καλυφθεί, η προφανής ανικανότητα και η ανεπάρκεια της απερχόμενης δημοτικής αρχής να ανταποκριθεί στην μεγάλη πρόκληση. Ταυτόχρονα, όμως το εγχείρημα της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας, θυσιάστηκε σαν την Ιφιγένεια, από τους κύκλους της μετριότητας, που εναντιώθηκαν στον υψηλό στόχο της Συριανής κοινωνίας και της νεότητας της, να αναζωογονήσει με το οξυγόνο της δημιουργίας το παρακμιακό σκηνικό. Άλλωστε τέτοιοι στόχοι είναι ανέφικτοι για τους διάφορους διαχειριστές της τοπικής εξουσίας, αφού δεν υπακούουν στις φάμπρικες των ετοιμοπαράδοτων πακέτων, των επικοινωνιακών τεχνικών και των συνταγών, που αποθεώνουν το ασήμαντο και ελαχιστοποιούν τα σπουδαία. Πίσω λοιπόν από το από τον ορθολογικό « πραγματισμό» , που κυνικά προβάλλουν για να δικαιολογήσουν την απώλεια του θεσμού, δεν κρύβεται ο αμοραλισμός μιας νεόκοπης , γεμάτης ναρκισσισμό-ομάδας-δίκην δημοτικής παρατάξεως- να επιβληθεί, σαρώνοντας τις δημιουργικές δυνάμεις. Με τον ίδιο τρόπο που το όπως το ραβδί του μυθικού τύραννου Πολυκράτη, που σάρωνε, όποιο στάχυ, υψώνονταν, πιο περήφανο.

Η Σύρα δεν μεγαλούργησε, μόνο όταν οι άνεμοι ήταν ούρειοι. Στάθηκε όρθια, αποδεικνύοντας, ότi « το πένθος δεν ταιριάζει στην Ηλέκτρα” και σε καιρούς χαλεπούς. Μέσα στους καιρούς των Χρυσανθέμων, όταν ο ατμός και η δημιουργία του Ισθμού της έκλεψαν το όνειρο της πρωτεύουσας η Ερμούπολη, ξαναστάθηκε στα πόδια της, επειδή η εμπνευσμένη Δημοτική ηγεσία της, δεν λύγισε άλλα ύψωσε, Δημαρχεία, θέατρα, νεοκλασσικά μέγαρα, που προκαλούν θαυμασμό ως σήμερα. Μόνο έτσι η Σύρα, μπόρεσε, να συγκρατήσει τον πληθυσμό της και να παραμείνει σπουδαίο διοικητικό και εμπορικό κέντρο ως σήμερα.

Η εγκατάλειψη εκείνου του ονείρου, στο βωμό της στασιμότητας, δεν πρέπει να απογοητεύσει τις φρέσκιες ζωντανές δυνάμεις του τόπου, που οφείλουν, να κόψουν το δρόμο, σε κείνους που αποδεδειγμένα, έδειξαν, ότι δεν μπορούν και δεν τολμούν, να δημιουργήσουν προυποθέσεις μιας ακόμη λερναίας ύδρας που απειλεί με ασφυξία τον τόπο.

Την ώρα που ο νεοπλουτισμός και νεοελληνική ασυδοσία υψώνει, που απειλούν να κρύψουν την Ακρόπολη, ο τόπος μας, η Σύρα μπορεί να περηφανεύεται, πως φύλαξε τον νεοκλασικό θησαυρό του και τον παρέδωσε ασύλητο στο θαυμασμό και την έκπληξη των επιγενομένων. Δόξα τω θεώ, στην Ερμούπολη, μπορούμε να μιλάμε, χωρίς κόμπλεξ και υπερβολή, για «ρίζες» και «επιστροφή σε αυτές». Η καρδιά της Αρχόντισσας χτυπάει ακόμα δυνατά, παρά τα βαριά πλήγματα, που της καταφέρνουν κάθε τόσο εχθροί και φίλοι. Η αρχοντιά ζει και βασιλεύει εδώ. Κι αυτό το μέτρο, αυτή η ισορροπία είναι η ολοζώντανη εικόνα ενός ρυθμού ,και μιας αντίληψης συνειδητά αρχοντικής. Γιατί άρχοντας, δηλαδή κύριος του εαυτού του είναι όποιος δεν θέλει να χάσει την όποια του προσωπικότητα και να κόψει τους δεσμούς του με μια παλιά ζωή που είχε κάποτε πολιτιστική ζωή, νιότη και φτάσιμο αυτός ο τόπος έχει κρατήσει κάτι από το ήθος του παλιού καιρού, κάτι σαν ακοίμητο κερί στην ψυχή των ανθρώπων του.

Ακόμα κι όταν το μικρό μας ταλωνάκι μαστίζεται, όπως και σήμερα από φοβεράν αναργυρίαν, οι πλατιές λαικές μάζες, κρατάνε καλά φυλαγμένη την σημασία της παράδοσης και ξέρουν την χρηστική της αξία στο σύγχρονο βίο. Χάρη στους ήρωες πρωταγωνιστές της Ίδρυσης εκ του μηδενός αυτής της μυθικής νεοκλασσικής πολιτείας. Όμως χάρη στην βαθιά συνείδηση των ταπεινών, των αφανών, των κατοπινών, πως κουβαλάν την κιβωτό ενός μεγάλου πολιτισμού, σώθηκε περίπου ακέραια αυτός πλούτος, χωρίς να γνωρίσει, όπως κάποιοι άλλοι τις λάμψεις της Χιροσίμας, της πολεοδομικής καταστροφής δηλ. στο όνομα της ταχύρρυθμης ανάπτυξης. Ίσως γιαυτό κι οι νέες γενιές παράγουν πολιτισμό με συνείδηση συνεχιστών…

Γι αυτό ακριβώς …Η Σύρα, «κι άλλα άνθη φέρει», έχει αστείρευτες νέες δυνάμεις , στην Επιστήμη , στην τέχνη τον πολιτισμό.

Το δείχνει η πλειάδα των θιάσων, που ανεβάζουν παραστάσεις, που θα ζήλευαν μεγάλοι Αθηναικοί.Τα μουσικά σύνολα, που ανεβάζουν τον πήχη της καλλιτεχνικής δημιουργίας, πολύ ψηλά.

Οι πενιές των επιγόνων του δημιουργού της εμβληματικής « Φραγκοσυριανής» . Οι εκκλησιαστικές χορωδίες που λαμπρύνουν τις μέρες του θείου Πάθους. Οι σπουδαίοι Αγιογράφοι, οι υπέροχες εκθέσεις. Ο γνήσιος πολιτισμός, είναι το συγκριτικό πλεονέκτημα του τόπου μας. Ο πιο αξιόπιστος πλούτος.Και αυτος ο πλούτος είναι το κειδί για να ανοίγεις τις πόρτες ενός απαιτητικού αύριο. Για τους Λακεδαιμονίους θα μιλάμε τώρα;

Ήλθε η ώρα για την αλλαγή παραδείγματος στα δημοτικά μας δρώμενα.